Το όνομά της ήταν Λεϊλά. Τεκίλα Λεϊλά, όπως ήταν γνωστή στους
φίλους της και τους πελάτες της. Τεκίλα Λεϊλά, όπως την έλεγαν
στο σπίτι και στη δουλειά, σ’ εκείνο το σπίτι στο χρώμα του παλί-
σανδρου, σ’ ένα πλακοστρωμένο αδιέξοδο κάτω στην αποβάθρα,
φωλιασμένο ανάμεσα σε μια εκκλησία και μια συναγωγή, ανά-
μεσα σε μαγαζιά με φωτιστικά και κεμπαπτζίδικα – στον δρόμο
που φιλοξενούσε τα πιο παλιά νόμιμα πορνεία στην Ιστανμπούλ.
Πώς μπορούσε να μην υπάρχει πια, σαν όνειρο που ξεθωριάζει με το πρώ-
το φως της αυγής;
Η αλήθεια είναι πως χρειαζόταν κάμποσος χρόνος ωσότου καταλάβεις πώς να είσαι γονιός – ή και παππούς, εδώ
που τα λέμε. Το ίδιο και με τη συνταξιοδότηση και τα γηρατειά.
Πώς μπορούσες ν’ αλλάξεις ταχύτητα με το που έβγαινες από ένα γραφείο όπου είχες περάσει τη μισή σου ζωή και είχες σπαταλήσει τα πιο πολλά σου όνειρα; Δεν ήταν και τόσο εύκολο. Η Λεϊλά είχε γνωρίσει συνταξιούχους δασκάλους που ξυπνούσαν στις εφτά, έκαναν το μπάνιο τους και ντύνονταν επιμελώς, μόνο και μόνο για να καθίσουν στο τραπέζι για πρωινό και μόνο τότε να θυμηθούν πως δεν είχαν πια δουλειά. Βρίσκονταν ακόμη στη φάση της προσαρμογής.
Η αύρα άλλαξε κατεύθυνση, τώρα μαστίγωνε το γήπεδο του πο-
δοσφαίρου. Τότε τους είδε. Τέσσερα αγόρια στην εφηβεία. Ρακο-
συλλέκτες που είχαν βγει νωρίς, να ψαχουλέψουν στα σκουπίδια.
Δύο από αυτά έσπρωχναν ένα καρότσι φορτωμένο με πλαστικά
μπουκάλια και τσαλακωμένα τενεκεδάκια. Ένα άλλο, με γερτούς
ώμους και λυγισμένα γόνατα, ακολουθούσε ξοπίσω τους, κουβα-
λώντας ένα λερό σακί που περιείχε κάτι πολύ βαρύ. Το τέταρτο
αγόρι, σίγουρα αρχηγός τους, προπορευόταν μ’ ένα χαρακτηρι-
στικό κόρδωμα και το κοκαλιάρικο στήθος του φούσκωνε σαν να
’ταν κόκορας σε κοκορομαχία. Προχωρούσαν προς το μέρος της,
αστειευόμενα μεταξύ τους.
Άντε, προχωράτε.
Σταμάτησαν σ’ έναν κάδο σκουπιδιών στην άλλη πλευρά του
δρόμου κι άρχισαν να ψαχουλεύουν μέσα. Μπουκάλια από σα-
μπουάν, χάρτινες συσκευασίες από χυμούς, κεσεδάκια από
γιαούρτι, αυγοθήκες... όλοι οι θησαυροί συλλέχτηκαν και στοι-
βάχτηκαν πάνω στο καρότσι. Οι κινήσεις τους ήταν επιδέξιες,
έμπειρες. Ο ένας βρήκε ένα παλιό δερμάτινο καπέλο. Γελώντας,
το φόρεσε και προχώρησε μ’ ένα υπερβολικό, φαντασμένο κόρ-
δωμα, με τα χέρια χωμένα στις πίσω τσέπες του, μιμούμενος κά-
ποιον γκάνγκστερ που πιθανότατα είχε δει στο σινεμά. Τότε ο αρ-
χηγός τού άρπαξε το καπέλο και το κότσαρε στο δικό του κεφάλι.
Κανένας δεν έφερε αντίρρηση. Αφού άδειασαν τον σκουπιδοτε-
νεκέ, ετοιμάστηκαν να φύγουν. Προς μεγάλη απελπισία της Λεϊ-
λά, φάνηκαν πως γύριζαν πίσω, προς την αντίθετη κατεύθυνση.