«Κοίτα χάλια!» μουρμούρισε κακότροπα η Μαρία μπαίνο-
ντας στο σπίτι των πεθερικών της, τρίβοντας μουτρωμένη
τις παλάμες της για να τις ζεστάνει.
Η πεθερά της καθόταν ακίνητη σαν βαλσαμωμένη στην
πλαστική πολυθρόνα πλάι στο παράθυρο και κοίταζε ανέκ-
φραστα τον δρόμο.
«Δεν αντέχω πια», γκρίνιαξε η Μαρία ρίχνοντας γύρω
της μια απελπισμένη ματιά.
Το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου έμοιαζε με άθλια απο-
θήκη πήχτρα στη σαβούρα. Χούι το είχε ο πεθερός της να μα-
ζεύει από τον δρόμο άχρηστες παλιατζούρες. Κάθε απόγευ-
μα, επιστρέφοντας από το καφενείο, κουβαλούσε και κάτι.
Ασφυκτιούσε το μικροσκοπικό διαμέρισμα κι άντε τώρα να βάλει τάξη, άντε να το καθαρίσει. Αφορμή γύρευε βέβαια, γιατί δεν είχε καμία διάθεση. Η πρωινή αισιοδοξία του άντρα της την είχε αναστατώσει.
«Επιτέλους, Μαράκι, με θυμήθηκε ο κύριος Γιάγκος, δηλαδή μια εξυπηρέτηση θέλει να του κάνω κι ύστερα υπο-
σχέθηκε», της είχε πει κι εκείνη λίγωσε το μέσα της ακούγοντας να την αποκαλεί «Μαράκι»· κοντά τρία χρόνια είχε να την αποκαλέσει έτσι.
«Τι εξυπηρέτηση είναι αυτή;» τον ρώτησε καχύποπτα, έβλεπε γύρω της κινδύνους παντού.
«Θέλει να χρησιμοποιήσει τα πίσω δωμάτια του καφενείου, θέλει να βάλει κάτι εμπορεύματα. Με το αζημίωτο,
εξυπακούεται, είπε ότι θα περάσει από το καφενείο να ελέγξει τον χώρο αν του κάνει».