7.0.0.

 Μια τούφα από τα μακριά καστανά της μαλλιά έπεφτε στο πρόσωπό της. Τη στερέωσε πίσω από

το αφτί και σταύρωσε τα μπράτσα της.


Η έπαυλη Σμίθινγκτον θα ήταν κάτι παραπάνω από μια

απλή πανσιόν. Θα ήταν το σπίτι της. Αντί να κουλουριάζεται τις νύχτες σε κάποια μίζερη μονόχωρη

γκαρσονιέρα πάνω από κάποιο εστιατόριο που μύριζε ξινολάχανο, θα είχε ένα σπίτι με αναμμένο

τζάκι και χειροποίητα παπλώματα, ένα μέρος γεμάτο αγάπη και συναισθήματα.


Οι άνθρωποι που προχωρούσαν στα πλατιά πεζοδρόμια κινούνταν σαν καλά ρυθμισμένες μηχανές.

Τα αυτοκίνητα διένυαν και αυτά τους δρόμους αργά κορνάροντας ασταμάτητα. Και οι πλατείες ήταν

κατάμεστες από κόσμο που σουλατσάριζε συζητώντας χαμηλόφωνα, ανάμεσα στα περιστέρια που

φτερούγιζαν αδιάκοπα γύρω του, ή έτρεχε προσπαθώντας να φτάσει το λεωφορείο που είχε ήδη φύγει,

το μετρό ή το τρόλεϊ της γραμμής που έμοιαζε με μακριά, κίτρινη σφαίρα στο αδιάκοπο μπάχαλο της

μεγαλούπολης. Όσο για τον ήλιο, το δυνατό, ζοφερό ήλιο αυτός έλαμπε πιότερο από ποτέ ζεσταίνοντας

τα πρόσωπα και ρίχνοντας τόσο όμορφα το φως του πάνω στη γη που το μόνο που θα μπορούσε να

επιθυμήσει κάποιος ήταν να τον κοιτάξει, έστω κι αν, ελάχιστα δευτερόλεπτα αφού έριχνε το βλέμμα του

καταπάνω του, θα σκίαζαν τα μάτια του και θα έπρεπε να στρέψει το κεφάλι μακριά.


Ήταν δημοσιογράφος, φωτορεπόρτερ από τις καλύτερες -εργαζόταν σε ένα από τα μεγαλύτερα

περιοδικά της χώρας- και αυτό μαζί με τη μακροχρόνια πείρα της, της έδινε την απαράμιλλη δυνατότητα

οτιδήποτε παράξενο να το διαισθάνεται από μίλια μακριά.


Ανάσανε βαθιά προτού το ξαναβάλει μέσα. Η ώρα είχε πάει ήδη δέκα και όμως αυτό παρέμενε

σιωπηλό, θαρρείς και ακόμη και το ίδιο συνωμοτούσε εναντίον της. Και περίμενε τόσο πολύ εκείνο το

τηλεφώνημα. Τουλάχιστον αυτό που έλπιζε πως θα έπαιρνε από την Ακτή Ελεφαντοστού κι από ένα

πολύ καλό φίλο και συνάδελφο του πατέρα της. Χτες το απόγευμα ήταν η πρώτη φορά που είχε

δοκιμάσει να επικοινωνήσει μαζί του αφού γνώριζε πως δεν βρισκόταν στην Αφρική μα είχε ταξιδέψει

ίσαμε τη Σαιγκόν για κάτι δουλειές και τον είχε ακούσει να της λέει με μια πραγματικά τρεμάμενη και

περίεργη φωνή πως θα της τηλεφωνούσε νωρίς το πρωί της επομένης για να της πει κάτι πολύ

σημαντικό, κάτι που έπρεπε να επιβεβαιώσει πρώτα. Γι' αυτό και η Θάλεια περίμενε τώρα με τόση

ανυπομονησία... Ω, Θεέ μου και αν ήταν αυτό που φοβόταν; Τότε θα έπρεπε να πάει εκείνη εκεί για να

ψάξει γι' αυτόν... Όμως μάταια περίμενε, γιατί η συσκευή δεν έλεγε με τίποτα να χτυπήσει.


Η αλήθεια ήταν πως θα έπρεπε να το περιμένει. Της είχε πει πως θα της τηλεφωνούσε νωρίς το πρωί

αλλά όχι και τόσο... Γιατί στην Αθήνα μπορεί η ώρα να είχε ήδη πάει δέκα όμως στην Ακτή θα ήταν δεν

θα ήταν 6, ίσως και 6 και μισή. Οπότε ήταν απίστευτα νωρίς για οτιδήποτε.


Κοντοστάθηκε σε μια άκρη και έμεινε να παρατηρεί τον κόσμο που προχωρούσε ιδιαίτερα αδιάφορα,

γρήγορα με το βλέμμα στραμμένο ολόισια μπροστά.

Η καρδιά σφίχτηκε στα στήθια της. Φοβόταν, όμως πάνω απ' όλα ήταν απορημένη.


Χτένισε με τα ακροδάχτυλά της τα μακριά ίσια μαύρα της μαλλιά και προσπάθησε να σκουπίσει τον

ιδρώτα από το πρόσωπό της προτού αρχίσει να περπατά και πάλι. Τα αμυγδαλωτά γαλαζοπράσινα μάτια

της είχαν σχεδόν δακρύσει όχι μόνο από το νέφος που κατάκλυζε απ' άκρη σε άκρη την ατμόσφαιρα,

αλλά και από την ανάγκη της να αντιληφθεί επιτέλους τι πραγματικά συνέβαινε...


Το προηγούμενο βράδυ τα όνειρά της σκότισαν αμέτρητοι εφιάλτες... Εφιάλτες με βόμβες, φωτιά και

θάνατο... Εφιάλτες με την όψη του πατέρα της να απομακρύνεται γοργά από μπροστά της πίσω από

καπνούς και φλόγες... Εφιάλτες ενός κατεστραμμένου χωριού ιθαγενών στη μέση μιας πλατιάς σαβάνας

κι ενός άντρα, που δεν μπορούσε να δει, μα του οποίου την παρουσία διαισθανόταν έντονα να την

αγγίζει με τα ακροδάχτυλά του, ενώ βρισκόταν ξαπλωμένη πάνω σ' ένα στρώμα... Εκείνο το τόσο

ατελείωτο ζεστό βράδυ την ξύπνησε ο θόρυβος από ένα συναγερμό αυτοκινήτου που ζουζούνιζε

ατελείωτα για αρκετή ώρα καθώς και οι κόρνες από εξαγριωμένους

οδηγούς που ακούγονταν όλο και πιο δυνατά στα αυτιά της. Δέκα ολόκληρα χρόνια βρισκόταν στην

Αθήνα κι όμως ακόμη δεν είχε συνηθίσει τον αδιάκοπο πανζουρλισμό της και ούτε πίστευε πως θα τον

συνήθιζε ποτέ. Απλώς τον υπέμενε. Όπως ένα μελλοθάνατο που ξέρει πως πλησιάζει το τέλος του και

όμως δεν μπορεί να κάνει τίποτα για να το αποφύγει. Το συναίσθημα ήταν σχεδόν το ίδιο αλλά λίγο πιο

ανώδυνο.


Ελάχιστα προτού ξεκινήσει από το σπίτι της για το περιοδικό είχε ντυθεί πολύ απλά, με ένα μαύρο

τζιν που κολάκευε αφάνταστα τη λυγερή της σιλουέτα και ένα άσπρο πουκάμισο ελαφρά ξεκούμπωτο

στο μπούστο που αναδείκνυε το ηλιοκαμένο δέρμα της, ενώ είχε καθίσει για αρκετή ώρα μέσα στο

αυτοκίνητο ρουφώντας ένα παγωμένο τσάι. Εκείνη δα την στιγμή ήταν περίεργο μα ένιωσε πως ζούσε

μια αλλόκοτη κατάσταση που την κυρίευε όσο τίποτ' άλλο, που την πάγωνε στο χρόνο, οδηγώντας την

στην πλήρη ασυνειδησία, κάτι που κράτησε όμως για πολύ λίγο αφού σύντομα σαν από όνειρο συνήλθε

και ξεκίνησε για τη δουλειά.

Βγήκε στους δρόμους οδηγώντας κάτω από το φως του ήλιου πλάι στα ψηλά κτίρια και τις εκκλησίες

με τους θόλους και τις χρυσοποίκιλτες οροφές, τα αρχαία κτίσματα με τα κατάλευκα μαρμάρινα

αγάλματα ανθρώπων και θεών... Και οι εικόνες που άρχισε να βλέπει πιο έντονα γύρω της αγαλλίασαν

για λίγο τη ψυχή της, τόσο που οι ανησυχίες και το άγχος της άρχισαν να αποκτούν πλέον μια προοπτική

πέρα από το παρόν. Αυτό όμως δεν κράτησε πολύ γιατί μόλις στάθμευσε το αυτοκίνητό της σ' ένα

πάρκινγκ της κακιάς ώρας η ανησυχία και η ταραχή, μαζί και το άγχος για την τύχη του πατέρα της

άρχισαν να παίρνουν πάλι σάρκα και οστά μπροστά στα μάτια της...


Το ξαφνικό κουδούνισμα του κινητού της τη διέκοψε από τις θύμησες της και την έκανε να

σταματήσει να προ- χωρά. Ο αριθμός κλήσης δεν φαινόταν οπότε υπολόγισε αμέσως πως μάλλον θα

ήταν από το εξωτερικό. Και ποιος άλλος θα μπορούσε να ήταν εκτός από...


Χαθήκαν από τους δρόμους τα παιδιά. Στα σπίτια τους χωθήκανε, βαριεστημένα και χλωμά. Στριφογυρίζανε ανή-

συχα και χολωμένα, τσακίζοντας τα νεύρα των μανάδων τους. Βροχή πέφτανε και τα χαστούκια, οι τιμωρίες. Στις

σόμπες πάνω, στα καλοριφέρ παλεύανε οι γυναίκες να στεγνώνουνε τα ρούχα. Και αποφεύγανε να βάλουνε μπουγάδες. Ξανά και ξανά σκουπίζαν τις αυλές, τα μπαλκόνια. Να κυλήσουν τα νερά, να φύγουνε. Να πάψουν να χώνονται κάτω από τις πόρτες, μέσα να παλεύουν να μπούνε. Να εισβάλουν ακράτητα, να καταλάβουν τα σπίτια τους. Πλένονταν και ξεπλένονταν οι τοίχοι, τα παντζούρια, τα σοκάκια. Χάθηκε η σκόνη. Άστραψε ο κόσμος, έλαμψε. Τέτοια πάστρα δεν είχε ξαναδεί ο τόπος.


Ύστερα ήρθε η λάσπη. Μέχρι τον αστράγαλο κι ακόμη πιο βαθιά βυθίζονταν και βλαστημούσαν οι διαβάτες.

Και οι γυναίκες βλαστημούσανε, άλλες δυνατά, θυμωμένα, και άλλες από μέσα τους. Καθώς ξανά και ξανά τρίβανε τα πατώματα. Να φύγει η τόση λασπουριά, το κακό· αυτό που φέρνανε οι άντρες στα σπίτια, κολλημένο στις μπότες τους.

Ήρθε κι η υγρασία και κάθισε παντού. Στον αέρα, στους τοίχους, στα κόκαλα των ανθρώπων. Υποφέραν οι γέροι,

γκρινιάζαν. Τα σπίτια αρχίσαν να μυρίζουνε. Κλεισούρα μυρίζανε και μούχλα. Για λίγο ανοίγαν οι νοικοκυρές, ίσα

που να μπει οξυγόνο, αέρας ν’ ανασάνουνε. Μαζί έμπαινε και η βροχή, το νερό. Η οργή τ’ ουρανού. Η υπομονή ολωνών εξαντλήθηκε. Τα νεύρα, η γκρίνια, η φαγωμάρα κατάτρωγαν τις οικογένειες. Μικροί, μεγάλοι βρεθήκανε στα όριά τους, οι περισσότεροι τα ξεπεράσανε κιόλας. Κλονίστηκαν οι σχέσεις και δοκιμάστηκαν σκληρά.


Και στο τέλος συνήθισαν. Το αποδέχτηκαν σιωπηλά. Με βαριά καρδιά, μα τ’ αποδέχτηκαν. Και συνέχισαν τη ζωή

τους την καθημερινή τους ρουτίνα, βρεμένοι και μουσκεμένοι ίσαμε το κόκαλο. Δυσανασχετώντας και ρίχνοντας

χολωμένα βλέμματα στον ουρανό. Στον μαύρο, βαρύ ουρανό, που, εχθρικός, αδυσώπητος και με το τεράστιο στόμα του ορθάνοιχτο, πάνω τους ξέρναγε το νερό που κράταγε στα σωθικά του. Τέλος, ήρθε και το μεγάλο κακό. Η συμφορά, που αδιακρίτως χτύπησε τα σπιτικά τους. Κι ήρθε να πάρει τα παιδιά τους. Ήρθαν οι φόνοι.

Ο θάνατος.